Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025
Έφυγε απο κοντά μας ο δήμαρχος Διρφύων Διρφύων Μεσσαπίων Γιώργος Ψαθάς.
Έφυγε απο κοντά μας ο δήμαρχος Διρφύων Διρφύων Μεσσαπίων Γιώργος Ψαθάς.Ξεχώριζε για τον ευθύ, ακέραιο χαρακτήρα του και την παληκαρίσια στάση που κράτησε ειδικά σε θέματα καταστροφής περιβάλλοντος κόντρα σε μεγάλα και οργανωμένα συμφέροντα.Η κηδεία του Μεσσαπίων Γιώργου θα γίνει αύριο Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου στις 15:00 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Ψαχνών.
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025
Στους παλιούς χειμώνες τα πολλά χιόνια που έπεφταν στο χωριό προκαλούσαν μεγάλα προβλήματα στις αναγκαίες μετακινήσεις, στα σχολεία που έκλειναν για βδομάδες, στις απόμακρες στάνες, στις προμήθειες βασικών αναγκών της οικογένειας. Οι μεγάλοι όμως σε παλιότερες εποχές ήταν εξοικειωμένοι με τον χιονιά, ήξεραν από βαριούς χειμώνες κι έκαναν το κουμάντο τους στο σπίτι με τα απαραίτητα που κρατούσουν για πολύ καιρό.
Έγκαιρα αποθήκευαν μεγάλες ποσότητες με τα αναγκαία για τη διαβίωση της οικογένειας: αλεύρι για το ψωμί που ψήναμε στη γάστρα στο τζάκι, όταν ο φούρνος της αυλής σκεπαζόταν με χιόνι, τραχανά, το νόστιμο και τονωτικό πρωινό μας, τυρί φέτα σε κάδες, λίπος (λίγδα) από το γουρούνι που έσφαζαν τα Χριστούγεννα, κρέας μέσα σε παγωμένη λίγδα, λουκάνικα κρεμασμένα στο κατώι, φασόλια, φακές και ρεβίθια, ξεραμένες τσουκνίδες για τις τσουκνιδόπιτες, κρασί και τσίπουρο, λίγο λάδι για εξαιρετικές περιπτώσεις.
Οι κότες που ήταν προστατευμένες στον ζεστό αχυρώνα συνέχιζαν να γεννούν και μας προμήθευαν αυγά για τις συχνές ομελέτες ανακατωμένες με τηγανισμένα πράσα και λουκάνικα.
Για θέρμανση είχαμε τα ξύλα, βελανιδιές, κέδρα και πουρνάρια, στο τζάκι που έκαιγε μέρα νύχτα.
Το τζάκι χρησίμευε και για μαγειρείο, όπου οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το μεσημεριάτικο φαγητό σε μεγάλες κατσαρόλες πάνω σε πυροστιές και τηγάνιζαν κρέατα, λουκάνικα και αυγά, συνήθως τα βράδια.
Για φωτισμό τις νύχτες έφτανε το φως που έδιναν οι φλόγες από το τζάκι, βοηθητικά οι γκαζόλαμπες με λαμπογυάλι και οι απλές τσίγκινες με φιτίλι και όταν για οικονομία ή σωνόταν το γκάζι, το φωτιστικό πετρέλαιο, σε ώρα ανάγκης το δαδί, που ήταν σκίζες από κορμό πεύκου.
Η μέρα περνούσε δύσκολα στο αποκλεισμένο σπίτι που δεν χωρούσε με τίποτα μια πολύτεκνη οικογένεια με ζωηρά παιδιά. Εμείς ήμασταν παιδιά του έξω και όλα τα παιχνίδια μας τα κάναμε στο ύπαιθρο. Για εσωτερικά επιτραπέζια παιχνίδια ούτε λόγος, και η όποια απασχόληση ήταν ανύπαρκτη.
Εφτά αδέρφια σε ένα ισόγειο δωμάτιο, που ήταν το μοναδικό ζεστό, ήταν φρίκη. Τα δυο δωμάτια του ορόφου ήταν παγωμένα και οι μεγάλοι δεν μας εμπιστεύονταν να ανάψουμε μόνοι μας εκεί τζάκι σε ξύλινο πάτωμα από τον φόβο πυρκαγιάς. Τρωγόμασταν, μαλώναμε, ησυχάζαμε λίγο με τις φοβέρες και πάλι από την αρχή.
Ηρεμούσε το σπίτι μόλις έπεφτε το σκοτάδι κι όλοι μαζί κατά σειρά κοιμόμασταν στρωματσάδα σκεπασμένοι με βαριές μάλλινες βελέντζες.
Η απαντοχή μας ήταν να λήξει ο χιονιένος αποκλεισμός και να βγούμε έξω από το σπίτι που ήταν η ζωή μας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε τέτοιες έκτακτες καιρικές καταστάσεις θυμάμαι ότι ήταν η τουαλέτα.
Εμείς, ως παιδιά, ήμασταν συνηθισμένοι, εκεί στη δεκαετία του 1950, να αποπατούμε έξω, στα χωράφια, στον κήπο, στην άκρη της αυλής.
Μέσα στο σπίτι δεν υπήρχε αποχωρητήριο κι ένα υποτυπώδες κοντά στον κήπο, χωρίς στέγη και απάνεμα παραπετάσματα, ήταν απροσπέλαστο στον χιονιά. Έτσι υποχρεωνόμασταν να κάνουμε την ανάγκη μας με άλλον τρόπο.
Το κυρίως σπίτι συγκοινωνούσε με παραπόρτι με τον αχυρώνα όπου σε κακοκαιρία βάζαμε τα ζώα, ένα μουλάρι κι ένα γαϊδούρι.
Εκεί πηγαίναμε κεφάτοι, με γέλια και πειράγματα, ήταν μια διέξοδος στην κλεισούρα, καθόμασταν ανακούκουρδα κατά σειρά και μερικές φορές κατά παράταξη δυο-τρεις μαζί, και αποπατούσαμε στο χωμάτινο δάπεδο σκεπασμένο με παχύ στρώμα άχυρου ανακατεμένο με σβουνιές, την κοπριά των ζώων.
Στη συνέχεια με ένα φτυάρι τα πετούσαμε όσο γινόταν πιο μακριά έξω στο χιόνι. Οι καθημερινές απορρίψεις μαύριζαν την άσπρη επιφάνεια της αυλής, αν δεν καλύπτονταν από νέα χιονόπτωση.
Το κατούρημα για τα αγόρια ήταν πιο διασκεδαστικό.
Ανοίγαμε την κεντρική πόρτα και συναγωνιζόμασταν ποιος θα φτάσει πιο μακριά το καφτερό νερό και ποιος θα ανοίξει μεγαλύτερη τρύπα στο αχνιστό χιόνι.
Όταν αργότερα ήρθε ο πολιτισμός στο χωριό και φτιάξαμε αναγκαστικά κανονικό αποχωρητήριο, κάποιοι από μας σε ανάλογους αποκλεισμούς, από πλάκα και νοσταλγία, προτιμούσαμε το παιδικό συνήθειο, γελώντας και δακρύζοντας συνάμα.
Χρίστος Ζαφείρης
Χριστούγεννα της στρουγγοκαλύβας
Χριστούγεννα της στρουγγοκαλύβας
(Κ. Κρυστάλης)
– Ολόβολη μια κερασιά ξερίζωσε ο Θανάσης.
– Τα περιβόλια, ορέ παιδί μ’ επήγες να χαλάσεις;
– Πλάνεψα ως την Τριανταφυλλιά, γύρισα όλη τη χώρα
από το γιόμα ως τώρα.
– Κι ο Πλάτανος τι τόφταιγε του Θόδωρου πατέρα;
Νύχτα Χριστουγεννιάτικη
Χριστούγεννα
Χριστούγεννα (Α. Κυριαζής)
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,
τώρα Χριστός γεννιέται
κι οπόχει μάνα κίνησε
κι όλον τον κόσμο αρνιέται.
Στο παραγώνι του τζακιού
μια θέση που ήταν άδεια,
ευκές και γέλια γιόμισε
και στρώθηκε με χάδια.
Κ’ η Παναγιά απ’ το κόνισμα
σα σπιτικιά χαιρόταν
σα μάνα καλωσόριζε
σαν στον καιρό της, όταν…
Χριστούγεννα (Παπαδιαμάντη)
Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ γλυκυτάτη καὶ συγκινητικωτάτη, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὡς οἰκογενειακὴ κατ’ ἐξοχὴν ἑορτή. Ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ δὲ τὰ κατ’ αὐτὴν ἀνεπτύχθησαν καὶ διετυπώθησαν οὕτως, ὥστε προσέλαβεν ἰδιόρρυθμόν τινα τύπον, καὶ ἤθη, ἔθιμα, παραδόσεις ἰδιαίτεραι πρὸς αὐτὴν συνεκράθησαν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀντεπέδρασαν.
Χριστούγεννα
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025
Νεράιδες του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025
Θα υπάρχουν αγρότες σε λιγα χρόνια;
Κείμενο:Κυριαζακου Παναγιώτα
Tα Χριστούγεννα των δύο ληστών | Διήγημα του Κωνσταντίνου Γανωτή
Παραμονή Χριστουγέννων του Φώτη Κόντογλου
Παραμονή Χριστούγεννα
Φώτης Κόντογλου
Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι
έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα
φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ᾿ όλα τα
καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ᾿ άλλο έμπαινε.
Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές τ᾿
Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δύο σόμπες και τα
τζάμια ήτανε θαμπά, απ᾿ όξω έβλεπες σαν ήσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες
είχανε βγαλμένες τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι.
Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Άλλα μπαίνανε,
άλλα βγαίνανε. Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε
το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε λόγια
μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.
Αντίκρυ στον μεγάλον καφενέ τ᾿ Ασημένιου ήτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα,
ψαθάδικα και τέτοια. Ίσια-ίσια αντίκρυ στη μεγάλη πόρτα του καφενέ ήτανε ένα μικρό
καφενεδάκι, το πιο φτωχικό σ᾿ όλη την πολιτεία, μία ποντικότρυπα.
Ενώ ο μεγάλος ο καφενές φεγγολογούσε και τα τζάμια ήτανε θολά από τη ζέστη, η
ποντικότρυπα ήτανε σκοτεινή, γιατί η λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία άναβε, μία
έσβηνε, όπως έμπαινε ο χιονιάς από τα σπασμένα τζάμια της πόρτας. Η φιτιλήθρα ήτανε
στραβοβιδωμένη και τσαλαπατημένη σαν το μούτρο του καφετζή, του μπαρμπαΓιαννακού του Χατζή, το φιτίλι στραβοκομμένο, το γυαλί σπασμένο από το ’να μάγουλο
και στην τρύπα είχανε κολλημένο ένα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε με το νου σου τι φως
έδινε μια τέτοια λάμπα! Κάτω τα σανίδια ήτανε σάπια και τρίζανε.
Στον τοίχο ήτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σαν αρχαίαεικονίσματα: το ’να παρίστανε τον Μέγα Πέτρο μέσα σε μία βάρκα που την έδερνε η
φουρτούνα, τ᾿ άλλο τον μάντη Τειρεσία, που μιλούσε με τον Αγαμέμνονα, τ᾿ άλλο τον
Παναγή τον Κουταλιανό που πάλευε με την τίγρη.
Η πελατεία ήτανε συνέχεια με το καφενείο. Όλοι-όλοι ήτανε πέντ᾿ - έξι γέροι σκεβρωμένοι,
σαράβαλα, με κάτι τρύπιες γούνες που δεν τις έπιανε αγκίστρι. Δύο-τρεις ήτανε
γιαλικάρηδες, δηλαδή είχανε καμιά σάπια βάρκα και βγάζανε θαλασσινά για μεζέδες, που
τα λέγανε γιαλικά, γιατί βρίσκουνται στο γιαλό, δηλαδή στα ρηχά νερά. Οι άλλοι ήτανε
φρουκαλάδες, δηλαδή κάνανε φρουκαλιές. Ήτανε και κανένας νεροκουβαλητής και
κανένας καρβουνιάρης. Να, αυτή ήτανε η πελατεία.
Ο βοριάς έμπαινε μέσα με την τρούμπα και
στριφογύριζε τη λάμπα που κρεμότανε από
το μαυρισμένο ταβάνι κι αναβόσβηνε. Από το κρύο τρέμανε οι γέροι και χουχουλίζανε τα
χέρια τους, τα βάζανε κι από πάνω από το τσιγάρο, τάχα για να ζεσταθούνε.
Ο φουκαράς ο καφετζής, για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε από το τεζάκι ίσαμε την πόρτα, με την παλιογούνα ριχμένη από πάνω του, και, για να δώσει
κουράγιο στην πελατεία, εκεί που σουλατσάριζε, τον επίανε το σύγκρυο και χτυπούσανε
τα κατωσάγονά του, κι έσφιγγε απάνω του την παλιοπατατούκα του κι έλεγε:
— Εεεέχ! Μωρέ, ζεστό που είναι το καφενεδάκι μας!…
Ύστερα γύριζε κι έδειχνε τον μεγάλον καφενέ, που καπνίζανε κάργα οι σόμπες, κι έλεγε:
— Αντίκρυ, σκυλί ψοφά από το κρύο…, σκυλί ψοφά!
Ο καημένος ο μπαρμπα-Χατζής!
Απ᾿ όξω περνούσε κόσμος βιαστικός, με γέλια και με χαρές. Από ’δω κι από ’κει
ακουγόντανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στα μαγαζιά.
Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά-σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα-ένα.
Μοναχά μέσα στα μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.
Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια
και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι
νοικοκυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες
και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:
Καλήν εσπέραν, Άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ᾿ αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη…
Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους
τσομπάνηδες, τους Μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που
έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:
Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,
του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε, κοιμηθείτε,
ολίγον ύπνον πάρετε και πάλιν σηκωθείτε.
Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε,
στην εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
Ν᾿ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν
και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν.
Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,
ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,
δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείταιΔότε κι εμάς τον κόπον μας, ό,τ᾿ είναι ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Και εις έτη πολλά.
Μπαίνανε στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιο μεγάλη χαρά. Παίρνανε αρχοντικά
φιλοδωρήματα από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη κι από τη νοικοκυρά λογιών-λογιών
γλυκά, που δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δεν είχε γίνει η Λειτουργία, αλλά τα μαζεύανε
μέσα σε μία καλαθιέρα.
Αβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον
πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια!
Όλα γινόντανε όπως τα ’λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και παίρνανε έναν
ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσανε οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές της
χώρας. Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, που θαρρείς πως
είναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τα καλά τους και πηγαίνανε στην εκκλησιά.
Σαν τελείωνε η Λειτουργία, γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε από
χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες των σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολούσανε. Τα
τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ άσπρα τραπεζομάντηλα κι είχανε πάνω ό,τι βάλει ο
νους σου. Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οι αρχόντοι στέλνανε απ᾿
όλα στους φτωχούς. Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια, ψέλνανε το Χριστός
γεννάται, δοξάσατε, Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ορώ
και παράδοξον. Αφού ευφραινόντανε απ’ όλα, πλαγιάζανε ξέγνοιαστοι, σαν τ᾿ αρνιά που
κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες που γεννήθηκε ο Χριστός, εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας.
Τώρα ας πάμε την ίδια βραδιά στην αντικρινή στεριά, που τρεμοσβήνουνε ένα-δύο μικρά
φωτάκια, πέρα από το πέλαγο, που βογγά από τον άγριο τον χιονιά.
Είναι ένα μαντρί πίσω από μία ραχούλα, κοντά στη θάλασσα, φυτρωμένη από πουρνάρια. Αυτό το μαντρί είναι του Γιάννη του Βλογημένου. Τα πρόβατα είναι
σταλιασμένα κάτω από τη σαγιά και ακούγουνται τα κουδούνια, τιν-τιν, όπως
αναχαράζουνε. Επειδή γεννάνε, οι τσομπαναραίοι παρα-φυλάγουνε και, μόλις γεννηθεί
κανένα αρνί, τ᾿ αρπάνε και το μπάζουνε στο καλύβι και το ζεσταίνουνε στη φωτιά να μην
παγώσει. Απ᾿ όξω φωνάζουνε οι μαννάδες. Η φωτιά ξελοχίζει και το καλύβι είναι σαν
χαμάμι.
Εκεί μέσα βρίσκουνται εξ᾿-εφτά νοματέοι, καθισμένοι γύρω από τον σοφρά. Πρώτος είναι
ο αρχιτσέλιγκας Γιάννης ο Βλογημένος, που, άμα τον δεις, θαρρείς πως βρίσκεσαι
αληθινά στο μαντρί που γεννήθηκε ο Χριστός. Είναι αρχαίος άνθρωπος, αθώος, με γένια
μαύρα, σαν άγιος. Τα ρούχα που φορά είναι βρακιά ανατολίτικα, στα ποδάρια του έχει
τυλιγμένα πετσιά δεμένα με λαγάρες, στο σελάχι του έχει ήσκα και τσακμάκι. Κι οι άλλοι
τσομπάνηδες είναι σαν τον Γιάννη, μονάχα που ο Γιάννης κάθεται με το πουκάμισο, ενώ
οι άλλοι, επειδή βγαίνουνε όξω για να κοιτάζουνε τα νιογέννητα, φοράνε προβιές
προβατίσιες, με το μαλλί γυρισμένο από μέσα.
Αυτοί που κάθουνται στον σοφρά είναι μουσαφιραίοι. Ο ένας είναι ο Παναγής ο
Στριγκάρος, κοντραμπατζής ξακουσμένος για την παλικαριά του. Είχε πάγει για κυνήγι
και νυχτώθηκε στο μαντρί. Με τον Γιάννη γνωριζόντανε από χρόνια κι είχε κοιμηθεί πολλές φορές στη στάνη. Οι άλλοι τρεις ήτανε καρβουνιάρηδες, που κάνανε κάρβουνα
εκεί κοντά. Οι άλλοι δύο ήτανε ψαράδες, ο γερο-Ψύλλος με το γιο του, τον Κωσταντή.
Καθόντανε λοιπόν γύρω στο σοφρά και τρώγανε. Απάνω στο τραπέζι ήτανε κρέατα,
μυτζήθρες ανάλατες, μανούρια, αγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι άλλα πουλιά
του κυνηγιού.
Ο ένας ο καρβουνιάρης ήτανε από τα μπουγάζια της Πόλης, από τη Μάδυτο, κι ήξερε κι
έψελνε καλά, είχε και φωνή γλυκιά και βαριά, τζουράδικη. Έψαλε το Μεγάλυνον, ψυχή
μου, με τέτοιο μεράκι, που κλάψανε οι άλλοι που τον ακούγανε, κι ο Γιάννης ο
Βλογημένος. Το καλύβι γίνηκε σαν εκκλησιά, έλεγες πως εκεί μέσα γεννήθηκε ο Χριστός.
Απ᾿ έξω ο χιονιάς μούγκριζε και τσάκιζε τα ρουπάκια. Ο γερο-Στριγκάρος καθότανε στα
σκοτεινά συλλογισμένος και μασούσε το μουστάκι του. Φορούσε μία κατσούλα από
αστραχάν, μ᾿ όλο που έκανε ζέστη, κι είχε χωμένη την απαλάμη του κάθε χεριού του μέσα
στ᾿ ανοιχτό μανίκι τ᾿ αλλουνού χεριού.
Για μία στιγμή σωπάσανε να κουβεντιάζουνε. Ο Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε το χώμα.
Κούνησε κάμποσο το κεφάλι του, κι άνοιξε το στόμα του κι είπε:
Βρε παιδιά, καλά εσείς, γιορτάζετε τη χάρη Του, είσαστε καλοί άνθρωποι. Αμ εγώ, τι ψυχή
θα παραδώσω, που σκότωσα καμιά κοσαριά ανθρώπους; Ακόμα και γυναίκες ξεκοίλιασα,
και μωρά πράματα χάλασα!
Κανένας δε μίλησε. Ύστερ᾿ από ώρα, σαν να ’τανε μοναχός, ξανακούνησε το κεφάλι του
κι αναστέναξε κι είπε: Άραγες υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο;…
Και δάγκασε το μουστάκι του. Ξανακούνησε το κεφάλι του κι είπε μέσα στο στόμα του, σα
να μιλούσε με τον εαυτό του:
Δεν μπορεί! Κατιτίς θα υπάρχει…
Και δεν ξαναμίλησε.
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025
Αιώνια η μνήμη
Απεβίωσε σε η ηλικία 80 ετων η Γιούλα Γραμματικόγιαννη κόρη του Αλέκου Γραματικόγιαννη ο οποίος ήρθε γαμπρός στη Στενή απο τα Κοτσίκια,οικισμό της παλιάς κοινότητας Γλυφάδας (Τσέργες).Ο Αλέκος παντρευτηκε την Κατερίνα και έκαναν ενα παιδί την Γιούλα. Η μάννα της,Κατερίνα καταγόταν απο τους Κυραναίους και τους Γιαμάδες.Το παρατσούκλι Καρβελού η Γιούλα το χρωστάει στη γιαγιά της η οποία φούρνιζε μικρά καρβέλια και τα μοίραζε στα παιδάκια που ειχαν ανάγκη.Η Γιούλα πήρε το ονομά της απο την γιαγιά της Παναγιώτα Κυράνα. Το τελευταίο διάστημα η Γιούλα είχε θέματα υγείας τα οποία τελικά δεν μπόρεσε να ξεπερεράσει.Οικογένεια δεν είχε αλλά της συμπαραστάθηκαν και την στήριξαν,οι οικογένειες των παιδιών του Χαράλαμπου Κορώνη (Χαραλιά) αποδεικνύοντας ότι υπάρχουν καλοί άνθρωποι ακόμα και σήμερα την εποχή της αδιαφορίας και της ισοπέδωσης των πάντων. Φημισμένη ήταν η αλοιφή που έφτιαχε η Γιούλα για εγκάυματα,δερματικές παθήσεις κλπ.και την διέθετε δωρεαν σε όποιον την είχε ανάγκη.Την αλοιφή απο ότι μας είχε πει την έφτιαχνε απο ελατορετσίνα,κερί,λάδι,σαμπόύκο κ.λπ. Παράλληλα είχε καταπληκτική μνήμη και ήταν θεματοφύλακας του παλιού τρόπου ζωής ενθυμούμενη ήθη,έθιμα,γενεολογικά δέντρα κ.λπ. Στα βίντεο που ακολουθούν θα δείτε δυο μοιρολόγια της Στενής που λέει και τα καταγράψαμε πριν 10 περίπου χρόνια, Η κηδεία θα γίνει αυριο το πρωί στις 11 στην Κάτω Στενή.
ΓΙΟΥΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΓΙΑΝΝΗ
Δεν είναι αμαρτία;
μέσα στο μαύρο χώμα
και τα βουνά μελάνι
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025
“Απάγκιο παγκάκι”

Της Ευγενίας Μακαριάδη
Εισάγουμε σιτάρι και κρέας επειδή είμαστε ................
Το αρνάκι στη φωτογραφίας γεννήθηκε το βράδυ 8 Δεκεμβρίου 2025. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το πρωί της ενάτης Δεκεμβρίου, όπου ο πατέρας μου το βοηθά να πιει γάλα. Στις 10 Δεκεμβρίου η μαμά και το κοριτσάκι της θανατώθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα ζώα μας.
Δεν θα μιλήσω για τη διαδικασία και την ψυχολογική μας κατάσταση. Δεν θα μιλήσω για τον κόπο μιας ολόκληρης ζωής που χάθηκε εξ ολοκλήρου μέσα σε λίγες ώρες. Δεν θα μιλήσω για τα δάκρυα των γονιών μου, που είδαν όλα όσα πάλευαν για να μας μεγαλώσουν μια ζωή να εξαφανίζονται, γιατί τα σκούπισα και τους είπα ότι μεγαλώνοντας με τα ζωντανά ήταν η
«ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ Σ' ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ ΤΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ;»
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025
Όλοι στον Αγώνα!
- Αγρότες, κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι
Όλοι στον Αγώνα!
Αγροτικοί Σύλλογοι και Συνεταιρισμοί της Εύβοιας, το Σάββατο 6 Δεκέμβρη, στο
Δημαρχείο Ψαχνών, αποφασίσαμε το συντονισμό του αγώνα μας για τα δίκαια
αιτήματά μας, για να μπορέσουμε να μείνουμε στα χωριά μας, να μπορέσουμε
ζήσουμε εμείς και οι οικογένειές μας από τις αγροτικές εργασίες μας.
Δεν πάει άλλο! Μαζί με τους συναδέλφους μας από όλη την Ελλάδα, δίνουμε αγώνα
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025
Για τον Χρηστάκη, την κουρασμένη του ζωή και το άδικο του κόσμου.
Στα έντεκα έμεινε ορφανός από πατέρα. Τον έχασε πίσω στην Θεσσαλία. Αγωγιάτης απ’ τους λίγους ο μπάρμπα Δημήτρης πήγαινε στη Λάρισα να πουλήσει δυο άλογα και έπεσε με το φορτηγό του σε μια χαράδρα. Γυμνάσιο δεν πρόλαβε να πάει, πέταξε από πάνω του γρήγορα τις παιδικές συνήθειες, έβαλε στην πλάτη την υπόλοιπη οικογένεια και κατάπιε κάθε πόνο μπροστά στο
Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025
Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025
-
Απεβίωσε σε η ηλικία 80 ετων η Γιούλα Γραμματικόγιαννη κόρη του Αλέκου Γραματικόγιαννη ο οποίος ήρθε γαμπρός στη Στενή απο τα Κοτσίκια,οικι...
-
Ανακοίνωση: Στο πλαίσιο της διαρκούς προσπάθειας του Δήμου Διρφύων Μεσσαπίων για την ουσιαστική και αποτελεσματική διαχείριση των αδέσποτων ...




















