Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

TA ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

Οι Μαστρογιανναίοι




Οι Μαστρογιάννηδες, κατάγονται από τη Βόρεια Ήπειρο και συγκεκριμένα από την περιοχή του Τεπελενίου.

Ήταν εξαδέλφια και είχαν και μία αδελφή, που τη λέγανε Βασιλική και ήταν πάρα πολύ όμορφη. Όλα τα αδέλφια, ήταν φιλήσυχοι άνθρωποι, κοίταζαν τη δουλειά τους ήταν αγαπημένα μεταξύ τους και ιδιαίτερα αγαπούσαν και καμάρωναν την αδελφή τους τη Βασιλική.

Άλλη γνώμη είχε όμως ο Πασάς της περιοχής, ο οποίος μόλις είδε την όμορφη Ελληνοπούλα, έβαλε πονηρούς σκοπούς στο μυαλό του και έκανε πρόταση στα αδέλφια της, να του δώσουν τη Βασιλική για υπηρέτρια και να του φτιάχνει και τον καφέ του. Τα αδέλφια, όπως ήταν φυσικό, αρνήθηκαν την πρόταση αυτή και από τότε ο Πασάς, άρχισε να τους τιμωρεί με διάφορα προσχήματα και να τους εκβιάζει.

Μια μέρα, περίπου το 1832, ο Πασάς, πήρε τη Βασιλική με το ζόρι στο χαρέμι του. Ο πατέρας της και τ' αδέλφια της δεν ήξεραν τι να κάνουν μπροστά σ' αυτή τη κατάσταση που δημιουργήθηκε. Οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να τους κοροϊδεύουν και να τους προκαλούν, ενώ η μάνα της, δεν μπορούσε να αντέξει αυτή την ντροπή. Τα αδέλφια της, που όπως έχουμε πει και πιο πάνω ήταν ήσυχοι άνθρωποι, παρακάλεσαν τον Πασά, να αφήσει την αδελφή τους να γυρίσει στο σπίτι της, αλλά αυτός αρνήθηκε.

Τότε η στεναχώρια μεγάλωσε και ο πόνος τους έπνιγε, γι' αυτό αποφάσισαν, μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, να κλέψουν την αδελφή τους από τον Πασά.

Όλη η οικογένεια λοιπόν, με τη βοήθεια κάποιων φίλων τους, επιχείρησαν να την απαγάγουν, αλλά δεν τα κατάφεραν κι έτσι αναγκάστηκαν να σκοτώσουν τον Πασά και φεύγοντας διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Όπως έχω πληροφορηθεί, ο προπάππος μου Γιάννης, ήρθε στη Στενή, ο άλλος αδελφός ο Τάσος, πήγε στο Βασιλικό Χαλκίδας. Ο τρίτος, ο Λευτέρης, πήγε στην Κάρυστο Ευβοίας. Ο τέταρτος πήγε στην Ιστιαία Ευβοίας. Ο πέμπτος, μαζί με τη μάνα του και τον πατέρα του, έμειναν στα χωριά του Πηλίου, στο Βόλο και ο έκτος αδελφός πήγε στη Νότιο Ιταλία και ήταν προπάππους του Μαρτσέλο Μαστρογιάννη, του γνωστού ηθοποιού, που πριν λίγα χρόνια είχε πρωταγωνιστήσει στο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Μελισσοκόμος».

Στα μέρη που ήρθαν είχαν αλλάξει τα επίθετά τους, γιατί υπήρχε ο φόβος, οι άνθρωποι του Πασά να τους ανακαλύψουν. Τη δε αδελφή τους τη διέγραψαν και δεν έχω στοιχεία.

Εδώ που ήρθαν, συνέχισαν να κάνουν τη δουλειά που έκαναν και στον τόπο τους, ήταν χτίστες-πετράδες.

Ο Γιάννης, που έμεινε στη Στενή, παντρεύτηκε και απέκτησε τρία αγόρια. Τον Τάσο Μαστρογιάννη, που είναι και παππούς μου, ο οποίος παντρεύτηκε και απέκτησε πέντε παιδιά (δύο αγόρια και τρία κορίτσια). Τα παιδιά ήταν: Ο Γιάννης Μαστρογιάννης ή Τάκος (το ψευδώνυμο) και ήταν κτίστης και καλλιτέχνης στη δουλειά του (πελέκαγε αγκωνάρια). Πολλά πέτρινα σπίτια της περιοχής που σώζονται μέχρι σήμερα, ήταν έργα του. Ο άλλος γιος ήταν ο Αθανάσιος Μαστρογιάννης ή Λαδάς. Το παρατσούκλι αυτό του το έβγαλαν γιατί του άρεσε πολύ το λάδι. Τα τρία κορίτσια παντρεύτηκαν όλα στη Στενή. Η μία παντρεύτηκε τον Γιάννη Τσιριμώκο (Μανταβέλινα), η άλλη το Δημήτρη Βαρτζή (Κατσιτζού) και η άλλη το Γιώργο Εμμανουήλ (Μανουήλινα).

- Ο άλλος αδελφός του Τάσου Μαστρογιάννη, ήταν ο Νίκος Μαστρογιάννης ή Κόλιας και είχε τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Το Γιάννη Μαστρογιάννη (Καρτάλη), τον Δημήτρη Μαστρογιάννη (Στραβομύτη) που είχε και το ψευδώνυμο Ηλίας και ο τρίτος λεγόταν Κώστας Μαστρογιάννης (πατέρας του Μάλλιου). Απ' τα κορίτσια, η μία παντρεύτηκε τον Γεώργιο Λέων (Γουρίτσα) και η άλλη τον Κώστα Παλαιολόγο (Ρινιώ του Σκυλάκη).

- Ο τρίτος αδελφός, ήταν ο Γεώργιος Μαστρογιάννης ή Τζώρτζης, που κι αυτός είχε πέντε παιδιά. Τον Γιάννη Μαστρογιάννη, τον Θανάση Μαστρογιάννη, τον Νίκο Μαστρογιάννη, τον Κώστα Μαστρογιάννη και μία κόρη, την Τασία Μαστρογιάννη.

- Έτσι έζησαν και επιβίωσαν στην περιοχή, δουλεύοντας σαν εργολάβοι, χτίζοντας τα όμορφα πέτρινα σπίτια, πολλά απ' τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα.

- Το 1940 περίπου, υπήρχαν είκοσι οικογένειες που προέρχονταν από το Γιάννη Μαστρογιάννη, του πρώτου Μαστρογιάννη που εγκαταστάθηκε στη Στενή.

Σήμερα οι οικογένειες υπερβαίνουν τις 30.

«Το 1903 κάηκε το σπίτι του Τάσου Μαστρογιάννη από κάποια απροσεξία. Αυτήν την ημέρα, εργάζονταν στο χωριό Λάμαρη, χτίζοντας κάποιο σπίτι, όταν ήρθε η πληροφορία.

Ο ανηψιός του ο Γιάννης, που δούλευε μαζί του (17 χρονών τότε), του λέει από αφέλεια.

- Μπάρμπα Τάσο, να κάηκε και ο Ταμπράς;

Ο Ταμπράς ήταν ένα μικρό μπουζουκάκι που είχε ο παππούς.

Τότε ο Μπαρμπα Τάσος τον κυνήγησε και όπου φύγει-φύγει.

Γεώργιος Μαστρογιάννης (Λαδάς)
ΔΙΡΦΥΑΚΑ ΝΕΑ