ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΖΩΗ





Των Γιάννη Γιαννούκου και Γιάννη Μυτάκη

Ο γεωργός είχε αρκετά σύνεργα, που τα έφτιαχνε μόνος του από ξύλα της περιοχής εκτός απ' τα σιδερένια, που κατέφευγε στο σιδερά του χωριού. Τα ξύλα που χρησιμοποιούσαν ήταν συνήθως από πλατάνα.Θα αναφέρουμε μερικά, τα πιο απαραίτητα ανάλογα με τη χρήση τους. Σύνεργα της σποράς είναι τα παρακάτω:Το αλέτρι. Το πατροπαράδοτο ξύλινο που μας περιγράφει ο Ησίοδος. Τα κάμποσα κομμάτια του παίρνουν διάφορα ονόματα. Το κάτω χοντρό ξύλο συνήθως λέγεται "κουντούρι". Μπροστά του στηρίζεται το "υνί". Πίσω από το "υνί" είναι το "παράβολο" για να στρώνει το χώμα και στη μέση είναι η "σπάθα".Πιο πίσω, προς το τέλος είναι το "σταβάρι". μακρύ ξύλο καμπυλωτό που περνάει απ' τη "σπάθα", όπου μπορεί ν' ανεβοκατεβαίνει, στηριζόμενο στο "κουντούρι" με "σφήνα". Το πίσω μέρος είναι η "κοντονουρά" (η χειρολαβή).- Το αλέτρι όλο στηρίζεται στο ζυγό, που στα βόδια ήταν μπροστά στο λαιμό, στηριγμένος με τις "ζεύλες" ενώ στα μουλάρια, κάτω απ' το στήθος. Στο αλέτρι για μουλάρια υπάρχουν και οι παλάντζες, απ' όπου σέρνεται το αλέτρι. Στηρίζονται αυτές στη μέση στο αλέτρι και τραβιούνται με τις λαιμαριές απ' το λαιμό των ζώων, ενώ στα βόδια δεν υπάρχουν παλάντζες και λαιμαργιές και το αλέτρι σέρνει ο ζυγός. Απαραίτητα "αξεσουάρ" για το αλέτρι ήταν η βίτσα για τα βόδια, το καμουτσίκι για τα μουλάρια και η ξύστρα (το ξάλι) για το ξύσιμο της λάσπης απ' το υνί και διάφορα άλλα μέρη του αλετριού.Οι κασμάδες: Είναι αξίνες με το ένα μέρος στενό και το φαρδύτερο για να σκάβουν. Οι ελαφρότεροι και μικρότεροι, ανάλογα με το σχήμα τους είχαν διάφορα ονόματα, π.χ. τσαπιά, τσάπες, τσάπες δίκοπες, σκαλιστήρια κλπ.Η σβάρνα: Φτιαγμένη από ξύλα, σε σχήμα τετραγώνου ή ορθογωνίου, που προσδεμένη πίσω από το μουλάρι, που οδηγείτο από το γεωργό ο οποίος ήταν πάνω στη σβάρνα, έστρωνε το χώμα μετά από το όργωμα.- Για το θερισμό είχαν τα δρεπάνια.- Στον αλωνισμό χρησιμοποιούσαν το καρπόφτυαρο το καρπολόι και το δικούλι, όλα ξύλινα. Επίσης το κόσκινο και το ριμόνι (δριμόνι) (δερμόνι).Τέλος το κιλό δοχείο κυλινδρκό για το μέτρημα της σοδειάς, που χωρούσε 24 οκάδες, δηλαδή δύο ξάια, μια και το ένα ξάι χωρούσε 12 οκάδες.- Για τ' αμπέλια είχαν το κλαδευτήρι, την ψαλίδα, το πριόνι, τα τσαπιά, το σκαλιστήρι, τη μηχανή για το ράντισμα, το φυσερό για το θειάφισμα και τους κόφτες για τον τρύγο.- Τέλος για άλλες μικροδουλειές είχαν το τσεκούρι την τανάλια το φτυάρι το σφυρί το σκερπάνι.Το σπορόσακο, είναι χοντρό σακούλι από γιδότριχα. Οι λινάτσες, μεγάλα σακιά για μεταφορές. Ο ντουρβάς για να μπαίνει στη μουτσούνα των ζώων το καλοκαίρι και να τα προστατεύει από τα νταβάνια μεγάλες μύγες που βασανίζουν τα ζώα και κυλιούνται κάτω για να τις διώξουν.Επίσης το ψωμοσάκουλο, που μετέφεραν το ψωμί στο χωράφι, το παγκράκι που έβαζαν το φαγητό, ο ματαράς και η βτσέλα που μετέφεραν το νερό κ.α.- Οι περισσότεροι είχαν διπλά και τριπλά απ' αυτά τα εργαλεία, και αρκετά εξαρτήματα αλετριού για τις περιπτώσεις που κάποιο χαλάσει.



Η δουλειά αρχίζει τα χαράματα κάθε μέρα και τελειώνει αργά το βράδυ. Το θερισμό τον έχουν αναλάβει οι γυναίκες, ενώ οι άντρες θα δέσουν και θα μεταφέρουν τα δεμάτια, θα φτιάξουν τις θημωνιές κ.λ.π. Στο πρώτο ξεκίνημα του θερισμού, κάνουν το σταυρό τους και ανταλλάσσουν ευχές. Καλοφάγωτα. Με χαρές. Καλά μπερκέτια κ.λ.π. Οι εργαζόμενοι, εκτός από θεριστές και θερίστριες, αποκαλούνται αργάτες και αργάτισσες.

Ξεκινώντας, φτιάχνουν το πρώτο χερόβολο, που είναι στάχια, όσο χωράει η χούφτα. Έξι χεριές κάνουν ένα λημμάρι (η λέξη ίσως γίνεται από το λαμβάνω, λήμμα - λήμματος). τρία λημμάρια κάνουν ένα δεμάτι, το οποίο το τυλίγουν με βρύζα (σίκαλη). Τέσσερα δεμάτια μας κάνουν ένα φόρτωμα και πεντακόσια δεμάτια, μία θημωνιά.

Πολλά μηχανεύονται οι θερίστρες για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες του θερισμού. Έτσι, για το ήλιο φορούν τα μαντήλια, ενώ για τις παλαμονίδες (αγριόχορτα με φαρμακερά αγκάθια) και τα τριβόλια (αγκαθωτοί σπόροι αγριόχορτου, φορούν κάλτσες στα πόδια και στα χέρια. Αλλα ενοχλητικά αγριόχορτα, είναι οι μητρούσες, οι γκουρλομάτες, οι γαλανές, οι παπαδίτσες, η κολιτσίδα, και άλλα αγκαθωτά.

Για δροσερό νερό, χρησιμοποιούσαν το πήλινο σταμνί, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος (κάτω από κάποια αγκορτζά) σκεπασμένο με μπούρτσι από καλαμπόκι ή κουκουνάρι από πεύκο.Πολλές φορές βλέπαμε τις κούνιες των μωρών να κρέμονται κάτω από κάποια αγκορτζά ή κάποιο πουρνάρι (που να τάφηνε η μάνα του) και τόπαιρνε μαζί της στο χωράφι.

Το μεσημεριανό κολατσιό, περιελάμβανε συνήθως τυρί, ελιές (οπωσδήποτε) ψωμί και ίσως λίγο γάλα από την κατσίκα που την έπαιρναν μαζί τους για να βοσκήσει. Τέντζερης, δεν έμπαινε πάνω στη φωτιά, γιατί η περίπτωση πυρκαϊάς ήταν πολύ μεγάλη.

Τα δεμάτια μεταφέρονται στα αλώνια, τοποθετημένα σε θημωνιές. Τη νύχτα μένουν εκεί και κοιμούνται, αφού φτιάξουν «απάγκιο» με δεμάτια. Το Σάββατο θα τελειώσουν νωρίς. Γυρίζουν όλοι στο χωριό για να πλυθούν και να κάνουν την Κυριακή αργία, πηγαίνοντας στην εκκλησία. Τη Δευτέρα η νοικοκυρά θα ξυπνήσει τα μεσάνυχτα για να ζυμώσει το βδομαδιάτικο ψωμί και να ακολουθήσει τους άλλους όσο μπορεί πιο γρήγορα, γιατί είναι και ντροπή να πάει αργά στη δουλειά. Θα την πουν ανοικοκύρευτη.


Όλες οι στράτες είναι γεμάτες από σκόρπια στάχυα. Το ίδιο και οι δρόμοι του χωριού. Παντού μυρίζει καλαμιά. Το χωριό είναι τελείως άδειο. Όσοι δεν έχουν πάει στο θέρο για διάφορους λόγους, ντρέπονται και να κυκλοφορήσουν ακόμη. Γιατί. Θέρος, τρύγος, πόλεμος.Γιάννης Γιαννούκος



ΘεριστήςΜετά του Αγίου Κωνσταντίνου ξεκινάει η συγκομιδή των σπαρτών. Δυο μήνες με την πιο σκληρή δουλειά του χρόνου, που θα τελειώσει μόλις μπουν στο πλέχτη (πλέχτ) ο σανός (ζωοτροφή), και στα αμπάρια τα δημητριακά για την οικογένεια.

Πρώτα θερίσματα οι ζωοτροφές. Ο σανός. Πρώιμα πριν ψωμώσουν, για να τα τρώνε τα ζώα, Η τροφή για τα ζώα που θα μπει στον πλέχτη για τον χειμώνα που λόγω καιρού δεν θα μπορούν να βοσκήσουν. Πρώτο θέρισμα ο βίκος. Με τα χέρια ή το δρεπάνι παλαιότερα, με την κόσα αργότερα. Τον έκοβαν τον έκαναν αγκαλιές τον γύριζαν κι από τις δυο μεριές για να στεγνώσει καλά, τον έδεναν με σπάρτο και τον κουβάλαγαν στο πλέχτη. Αφηναν μικρή ποσότητα για να γίνει, τον θέριζαν αργότερα έπαιρναν τον καρπό και τον κράταγαν για σπόρο. Το ίδιο γινόταν και για το κριθάρι και το βρωμάρι.

Αμέσως μετά, τέλη Μαΐου αρχίζει η πρώτη συγκομιδή των σπαρτών που προορίζονται για την διατροφή της οικογένειας. Η φάβα. Τις μέρες του θερισμού των καρπών (οσπρίων) τις αποκαλούσαν «καρποθέρια». Την έβγαζαν με τα χέρια, την έκαναν αγκαλιές, φόρτωναν τα υποζύγια, και τα πήγαιναν στα αλώνια. Το αλώνισμα της φάβας το έκανε μόνη της η κάθε οικογένεια μιας και η ποσότητα ήταν μόνο για τις ανάγκες της. Αν και εφόσον η ποσότητα που έβγαινε ήταν περισσότερη την πούλαγαν ή την άλλαζαν με κάποιο άλλο τρόφιμο που δεν είχαν όπως π.χ. το ρύζι. Την έβαζαν στ' αμπάρι και όποτε χρειαζόταν την πέρναγαν στο χειρόμυλο, Συνηθισμένη διαδικασία να μαγειρεύουν μεγάλη ποσότητα να την βάζουν στον τάλαρο και να παίρνουν όποτε ήθελαν μιας και είναι ένα φαγητό το οποίο διατηρείται μαγειρεμένο αρκετά. Τον Μάη μάζευαν επίσης τις φακές και την ρόβη. Πρώτη δουλειά στις αρχές Ιουνίου ή θεριστή, το θέρισμα της βρίζας, για να χρησιμοποιηθεί για το δέσιμο των δεματιών.

Έκοβαν την βρίζα της οποίας η καλαμιά είναι μακριά και ανθεκτική, την μούσκευαν, την πατούσαν για να μαλακώσει, την έστριβαν και ήταν έτοιμη για δέσιμο. Τον σπόρο της βρίζας τον κράταγαν για να τον χρησιμοποιήσουν την επόμενη χρονιά. Όσοι δεν είχαν βρίζα χρησιμοποιούσαν σπάρτα τα οποία είναι πιο δύσκολα στο δέσιμο. Μετά άρχιζε η σημαντικότερη δουλειά του χρόνου. Το θέρισμα του σιταριού. Το ψωμί του σπιτιού για όλο το χρόνο. Κοπιαστική δουλειά, η οποία γινόταν όλη την ημέρα και κάποιες φορές και νύχτα αν είχε φεγγάρι. Για να κοιμηθούν έφτιαχναν στην άκρη το απάγκιο όπως το έλεγαν, και λαγοκοιμόντουσαν ίσα για να ξεκουραστούν. Έτρωγαν το γάλα από την γίδα που είχαν δέσει στο χωράφι, ελιές, ψωμί, και κάποιες λίγες φορές η γυναίκα πήγαινε σπίτι και έφτιαχνε φαΐ, μαζί με κάποιες άλλες δουλειές που είχαν μείνει πίσω. Το ψωμί το μετέφεραν με το ψωμοσάκλο, το φαϊ με το παγκράκ'. Νερό στο χωράφι μετέφεραν με τον ματαρά και την βτσέλα.Το χωράφι το θέριζαν τμηματικά όλοι μαζί στη σειρά. Το κάθε κομμάτι το έλεγαν έργος και για αυτό τους θεριστάδες αργάτες. Μεγάλο φόβο οι θεριατάδες είχαν για τα φίδια που μπορεί να κρύβονταν στο σπαρτό μιας και είναι η εποχή τους. Συνήθως θέριζαν οι γυναίκες ενώ οι άνδρες αναλάμβαναν το δέσιμο των δεματιών και το κουβάλημά τους στα αλώνια. Για να προφυλαχτούν από τον ήλιο οι γυναίκες φόραγαν μαντήλια. Για παλαμονίδες (αγριόχορτα με φαρμακερά αγκάθια) και το τριβόλια (αγκαθωτοί σπόροι αγριόχορτου, φορούν κάλτσες στα πόδια και στα χέρια. Αλλα ενοχλητικά αγριόχορτα, είναι οι μητρούσες, οι γκουρλομάτες, οι γαλανές, οι παπαδίτσες, η κολιτσίδα, και άλλα αγκαθωτά. Μικρή μονάδα μέτρησης του θεριστή η «χεριά» δηλαδή όσα στάχυα χώραγαν μέσα σε μια χούφτα. Έξι χεριές ένα λιμάρη. Τρία λιμάρια ένα από την μία πλευρά, ένα από την άλλη κι ένα όπως να είναι, αλλά με τον καρπό πάντα προς τα έξω, έκαναν ένα δεμάτι. Τα δεμάτια τα φόρτωναν ανά δυο στα μικρά ζώα και ανά τέσσερα στα μεγάλα, και τα πήγαινα στα αλώνια όπου έκαναν θημωνιές. Ο κάθε ένας είχε τον χώρο του στα αλώνια, «τα αλώνια μας» όπως τα έλεγαν, τα οποία βέβαια δεν έγιναν ποτέ ιδιοκτησία κανενός ανήκαν πάντα στη κοινότητα.

ΑλωνάρηςΤον μήνα Ιούλιο τον έλεγαν και Αλωνάρη. Μόλις τέλειωνε ο θέρος άρχιζε το αλώνισμα.

Αμόλαγαν τα δεμάτια σε στρογγυλό σχήμα, με ένα αφαλό (κενό) στη μέση για να ανοίξουν τους κύκλους που έκαναν τα ζώα και να μην ζαλίζονται. Κάποιοι λίγοι νοικοκυραίοι που είχαν πάρα πάνω δεμάτια έκαναν κι άλλες θημωνιές. Υπήρχαν και δυο τρεις Στενιώτες νοικοκυραίοι που είχαν και τρεις θημωνιές. Στη Στενή υπήρχαν δυο αλώνια τα πέρα και τα δώθε ανάλογα σε ποια γειτονιά έμενες. Τα παλαιότερα αλώνια της Στενής ήταν τα Παλιάλωνα λίγο πιο κάτω από τα σημερινά στο δρόμο για τα θυμάρια. Στο αλώνισμα ήταν η σειρά των βαλμάδων. Βαλμάς είναι ο τεχνίτης του αλωνίσματος, το ζώο και το ντουέν. Στο αλώνισμα έμπαινε και το πνεύμα της αλληλοβοήθειας «τα δαν(ει)κά». Ο ένας βοήθαγε τον άλλον. Για 300 δεμάτια χρειάζονταν πέντε βαλμάδες. Εξήντα δεμάτια ο βαλμάς. Κάποιοι έφτιαχναν και θημωνιές με 500 δεμάτια και τα ανέβαζαν όσο πιο ψηλά μπορούσαν, ίσως και για φιγούρα. Τότε χρησιμοποιούσαν 4 + 4 βαλμάδες σε δυο βάρδιες. Φοράδα, γαϊδούρι, μουλάρι και λίγο παλαιότερα και βόδια. Μόλις έμπαιναν τα δεμάτια στη σειρά ξεκίναγαν οι βαλμάδες. Γύρω γύρω συνέχεια χωρίς σταματημό, ενώ κάποιος φρόντιζε ώστε τα δεμάτια να είναι μέσα στη στρογγυλή περίμετρο των βαλμάδων. Όσοι προσλαμβάνανε βαλμάδες επί πληρωμή και όχι «δανεικά» τους πλήρωναν με ένα ή δυο ξάγια σιτάρι την ημέρα. Αφού γύριζαν τα δεμάτια με το δικούλι και έφερναν τα πάνω κάτω, ξεκίναγαν και πάλι για να τελειώσουν κι αυτά που δεν είχαν γίνει. Σταδιακά ξεχώριζε το σιτάρι από το άχυρο.


Αφού τέλειωνε το αλώνισμα σειρά είχε το ξανέμισμα. Στα περισσότερα χωριά περίμεναν τον αέρα για να ξανεμίσουν. Στη Στενή στα αλώνια ήξεραν ότι κάθε βράδυ 12-1 είχε «πόιο». Αφού ξανέμιζαν το «λιώμα», που το είχαν μαζέψει σε σωρό, μάζευαν τον καρπό του σιταριού με κόσκινο και καθάριζαν τα σκύβαλα με τα οποία τάιζαν τα ζώα. Για το ξανένισμα χρησιμοποιούσαν το καρπολόι και το δικούλι. Το άχυρο, που είχε μαζευτεί σε σωρό, το σάκιαζαν στα αχυρόσακα και το πήγαιναν στα κατώγια «στου μπλέχτ» για να έχουν τα ζώα φαΐ για το χειμώνα. Τον καρπό, τον πέρναγαν από το δρινόνι ή δερμόνι (χοντρή σίτα), για να καθαρίσει από τα σκύβαλα, τον έβαζαν στα καρπόσακα και τον πήγαιναν στα αμπάρια.

Οι μεγαλύτεροι παραγωγοί σιταριού στη Στενή ήταν οι Κορωναίοι (Μπαμπάδες), οι Γιαλοί (Ταμίες) και ο Ποστόλης Σιμιτζής.

Τα αποτελέσματα της σποράς τότε δεν ήταν και ιδιαίτερα αποδοτικά. Έπαιρναν απλώς άλλο τόσο από αυτό που έσπερναν και λίγο πάρα πάνω κάποιες φορές, κι έτσι κάθε φορά την μισή συγκομιδή την φύλαγαν για να την σπείρουν την επόμενη χρονιά. Μονάδα μέτρησης ήταν το ξάι. Το ξάι ήταν ένα δοχείο το οποίο είχε περιεκτικότητα από 9-12 οκάδες ανάλογα από τον καρπό. Τα δέκα ξάια έκαναν μια τάλια. Από το 1860 μέχρι και μετά το 1900 με τις καλύτερες συνθήκες ένας γεωργός είχε παραγωγή 50 τάλιες σιτάρι, 20 τάλιες κριθάρι, 20 τάλιες καλαμπόκι, 25 τάλιες -ρεβίθια και 20 τάλιες φάβα.

Τον Ιούλιο έβγαζαν τα ρεβίθια Τα έβγαζαν με τα χέρια τα έκαναν αγκαλιές, άδετες ή δεμένες. Έβαζαν τέσσερα δέματα στο ζώο και τα πήγαιναν στα αλώνια. Τα αλώνιζαν μόνοι τους αυτή την φορά μιας και η ποσότητα ήταν μόνο για το σπίτι.

Τον Αύγουστο είχαν σειρά τα καλαμπόκια. Τα έβγαζαν πολλές φορές και από τον Ιούλιο τα έλιαζαν και κοντά της Παναγίας τα ξεχώριζαν από τα «μπούρτσα»: «Τα πήαιναμ στ' αλώνια και τα βάραγαμ ουλ μέρα με τα λουμπούτια».Γ.Μ.

Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ

Ότι κάποτε πρέπει να νοικοκυρευτούμε σαν κράτος είναι μια ρήση που την λένε όλοι και συμφωνούν οι περισσότεροι. Το θέμα είναι πως όποια φ...